αιχμαλωτίζω

(Α αἰχμαλωτίζω)
συλλαμβάνω κάποιον ως αιχμάλωτο, υποδουλώνω, σκλαβώνω
(νεοελλ.-μσν.) καθιστώ κάποιον υποχείριο μου, τόν γοητεύω, τόν συναρπάζω
νεοελλ.
(για ζώα) συλλαμβάνω, αρπάζω για λογαριασμό μου, οικειοποιούμαι.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αἰχμάλωτος.
ΠΑΡ. μσν. αἰχμαλωτισμός
νεοελλ.
αιχμαλώτιση].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αἰχμαλωτίζω — take prisoner pres subj act 1st sg αἰχμαλωτίζω take prisoner pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αιχμαλωτίζω — αιχμαλωτίζω, αιχμαλώτισα βλ. πίν. 33 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • αιχμαλωτίζω — [эхмалотизо] р. брать в плен …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • αιχμαλωτίζω — ισα, ίστηκα, ισμένος 1. πιάνω αιχμάλωτο: Στη μάχη εκείνη αιχμαλωτίσαμε κάμποσους εχθρούς. 2. γοητεύω, κάνω κάποιον υποχείριο: Η ευγένεια και η προθυμία του αιχμαλωτίζουν …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αἰχμαλωτίζεσθε — αἰχμαλωτίζω take prisoner pres imperat mp 2nd pl αἰχμαλωτίζω take prisoner pres ind mp 2nd pl αἰχμαλωτίζω take prisoner imperf ind mp 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰχμαλωτίσει — αἰχμαλωτίζω take prisoner aor subj act 3rd sg (epic) αἰχμαλωτίζω take prisoner fut ind mid 2nd sg αἰχμαλωτίζω take prisoner fut ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰχμαλωτίσουσι — αἰχμαλωτίζω take prisoner aor subj act 3rd pl (epic) αἰχμαλωτίζω take prisoner fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) αἰχμαλωτίζω take prisoner fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰχμαλωτίσουσιν — αἰχμαλωτίζω take prisoner aor subj act 3rd pl (epic) αἰχμαλωτίζω take prisoner fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) αἰχμαλωτίζω take prisoner fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰχμαλωτίσω — αἰχμαλωτίζω take prisoner aor subj act 1st sg αἰχμαλωτίζω take prisoner fut ind act 1st sg αἰχμαλωτίζω take prisoner aor ind mid 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰχμαλωτίσῃ — αἰχμαλωτίζω take prisoner aor subj mid 2nd sg αἰχμαλωτίζω take prisoner aor subj act 3rd sg αἰχμαλωτίζω take prisoner fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.